22.11.09

Thessaloniki International Film Festival

Αν τα ωραία πράγματα κρατούσαν για πάντα, θα έπαυαν να είναι τόσο ωραία άραγε?

Πως γίνεται ενώ είσαι φορτωμένος με τόσα χαρτιά στα χέρια και τόσες εικόνες στο κεφάλι, να πετάς?

Θέλω κι άλλο.

4.11.09

bombones

Μια φωτογραφία από το Buenos Aires daily blog.

Ο κύριος πουλάει bombones-καραμέλες στους μπλοκαρισμένους απο την κίνηση οδηγούς, προς 1 peso (25 cents του δολλαρίου) τη μία.
Και ο Αργεντινός μπλόγκερ αναρωτιέται πως καταφέρνει να βγάλει μεροκάματο μ' αυτόν τον τρόπο.

1.11.09

The Irony of Fate or Enjoy Your Bath!


(songs-part 1)

Μια ταινία του 1975, της Mosfilm.

Παίζεται ακόμη στη Ρωσία-και στις πρώην σοβιετικές χώρες-παραδοσιακά κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς. Τη βλέπουν με τόση ευχαρίστηση, όσο το It's a Wonderful Life βλέπεται κάθε Χριστούγεννα.

* * *

Ο Ζένια είναι έτοιμος να ζητήσει σε γάμο τη Γκάλια στο τετ-α-τετ παραμονής πρωτοχρονιάς δείπνο τους. Μερικές ώρες πριν, πηγαίνει στην-παραδοσιακή εδώ και χρόνια τέτοια μέρα-συνάντηση με τους φίλους του σε ένα λουτρό.
Εκεί ξεχνιούνται, πίνουν, γίνονται λιώμα, και τελικά αντί για τον φίλο του Πάβλικ που επρόκειτο να ταξιδέψει για Λένιγκραντ, επιβιβάζεται ο Ζένια...
Εδώ είναι η καρδιά της ταινίας: οι πόλεις εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, ποιος ξέρει) περιστοίχίζονταν στα περίχωρά τους από τεράστιες πολυκατοικίες, με αριθμημένους δρόμους, κτήρια, διαμερίσματα.
Έτσι ο Ζένια παίρνει ένα ταξί, και δίνοντας την διεύθυνση του σπιτιού του, πηγαίνει στο αντίστοιχο διαμέρισμα του Λένιγκραντ, όπου-από διαβολική σύμπτωση-το κλειδί του ταιριάζει απόλυτα!
Ίδια όλα, η είσοδος του κτηρίου, ο διάδρομος της οικοδομής, το ασανσέρ, η διαρύθμιση του διαμερίσματος... Τις λεπτομέρειες δεν είναι σε θέση να τις αντιληφθεί λόγω της ..βότκας.
Πέφτει λιώμα στο κρεβάτι-δίπλα του το χριστουγενινιάτικο δέντρο, το τραπέζι στρωμένο για δύο-όλα όπως στο σπίτι του...
Σε λίγο έρχεται η ένοικος του διαμερίσματος, η Νάντια κι αρχίζει να ετοιμάζεται όλο χαρά: περιμένει τον Ιππόλυτο, ο οποίος θα την ζητήσει επίσης σε γάμο το βράδυ...

Τα μετά είναι μάλλον προφανή.
Αποκαλύπτεται η παρεξήγηση, τα ζευγάρια καυγαδίζουν, χωρίζουν, φιλιώνουν, ξαναχωρίζουν... Τα φαγητά τρώγονται, επισκέπτες μπαινοβγαίνουν στο διαμέρισμα, γίνονται τηλεφωνήματα Μόσχα-Λένιγκραντ, μεθύσια, κλάματα, χιόνια...

Η ταινία είναι μεγάλη-192 λεπτά.
Παρεμβάλλονται αρκετά τραγούδια, σόλο με συνοδεία κιθάρας, όπου τραγουδούν εναλλάξ ο Ζένια και η Νάντια.

* * *

Μπορεί άραγε να φανεί πόσο μαγευτική είναι η ταινία από την ξερή περιγραφή των παραπάνω δεδομένων?
Αν βάλω λέξεις στη σειρά, -χιόνι πέφτει συνέχεια έξω από το παράθυρο, το δέντρο είναι στολισμένο, απλά, σαν ξεπουπουλιασμένο-όπως αυτά των παιδικών μας χρόνων, τα χρώματα είναι θαμπά, γαλάζια και καφέ, τα τραγούδια είναι σα χάδια, οι στίχοι είναι σα μαχαίρια-, θα βοηθούσε καθόλου?

* * *

Στην wikipedia είδα πως οι στίχοι των τραγουδιών είναι του Παστερνάκ και της Τσβεντάγιεβα.

Οι γούνινοι σκούφοι είναι σαν αυτούς που μας φορούσε η μαμά μας το '70 και ντρεπόμασταν πολύ να τους φοράμε με την αδελφή μου.

(songs-part 2)

31.10.09

ζούμε σε ενα σκουληκιασμένο κεράσι

«Όταν το 1975 έφυγα από το οικογενειακό σπίτι ρίχνοντας μερικά πράγματα σε μια σακούλα του σούπερ-μάρκετ, δεν φοβόμουν τίποτα: ήθελα να γράψω με σπρέι στον τοίχο Άντε γαμηθείτε. Περνώντας το κατώφλι του στρατοπέδου που ήταν εκείνο το σπίτι, ο κόσμος έμοιαζε πράσινος σαν την κοιλάδα του Αδάμ· είχα εκπλαγεί που η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη, που ήταν τόσο εύκολο να την ανοίξω κι έπειτα να την κλείσω πίσω μου χωρίς θόρυβο. (...) Οι οικογένειες μού φαίνονται ενυδρεία όπου βάζεις αθώα το χέρι σου για να παίξεις με τα ψάρια και σου τα τρώνε τα πιράνχας (...) Είμαστε πιστοί σε κάποιον μέχρι να βρούμε κάτι καλύτερο, όχι; (...) Εξάλλου, οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός». Ούτως ή άλλως: «Ποτέ δεν θέλησα να παντρευτώ, πολύ λιγότερο να «κάνω οικογένεια», όπως λένε. Το μόνο που ήθελα είναι να είμαι ελεύθερη μέσα στον κόσμο, ελεύθερη πανταχόθεν. Αν ήμουν γάτα, θα αποζητούσα τροφή, ζεστασιά τον χειμώνα και ευκαιρίες για μια τυχαία βραδιά στα κεραμίδια: το ίδιο αποζητώ χωρίς να είμαι γάτα».

Από εδώ. Κι εδώ.

Μένω άναυδη, όσες φορές κι αν το ξαναδιάβασα.
Θα ήθελα να μπορούσα να βρω λόγια να εκφράσω αυτό που με κάνει να νιώθω. Αλλά δεν μπορεί οποιοσδήποτε να είναι Σώτη.

Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να καταλάβεις ότι οι πόρτες είναι ξεκλείδωτες? Και πως αυτή είναι η ζωή μας, δεν είναι πρόβα?

28.10.09

ταξίδι


Το πρώτο βαπόρι που πήρα από τη Ζάκυνθο, το Σεπτέμβρη του 1883, για να 'ρθω στην Αθήνα φοιτητής, ήταν το παλιό εκείνο Αθήναι που αργότερα είχε γιατρό του τον Ανδρεά Καρκαβίτσα. Θε μου! τι μπελαλίδικο που ήταν το ταξίδι εκείνον τον καιρό. Ούτε ο σιδηρόδρομος Πελοποννήσου υπήρχε, ούτε ο ισθμός της Κορίνθου είχε κοπεί. Βγαίναμε στη Κόρινθο, πηγαίναμε στο Καλαμακι με αμάξι, εκεί παίρναμε άλλο βαπόρι -της ίδιας πάντα εταιρίας που είχε τ' αμάξια κι εφρόντιζε και για τη μεταφορά των αποσκευών μας- φτάναμε στον Πειραιά, κι από εκεί με το σιδηρόδρομο, ή για περισσότερη ευκολία με αμάξι,στην Αθήνα, ύστερ' από δυο ολόκληρες ημέρες!

* Γρηγορίου Ξενόπουλου Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα
* dunes

11.10.09

διαβάζω


Αυτά τα χρόνια στάθηκαν για τον Φλοράν ένα μακρύ, γλυκό και θλιμμένο όνειρο. Δοκίμασε όλες τις πικρές χαρές της αφοσίωσης. Στο σπίτι υπήρχε μόνο τρυφερότητα. Έξω, μέσα στις ταπεινώσεις στις οποίες τον υπέβαλλαν οι μαθητές του, μέσα στα σπρωξίματα των πεζοδρομίων, ένιωθε ότι γινόταν κακός. Οι πεθαμένες του φιλοδοξίες τον ερέθιζαν. Του χρειάστηκαν ατέλειωτοι μήνες για να σκύψει τους ώμους και να δεχτεί τα βάσανα που τραβάει ένας ασχημάντρας, μια μετριότητα, ο φτωχός. Θέλοντας να ξεφύγει από τους πειρασμούς της κακίας, κατέληξε στην απόλυτη, την ιδανική καλοσύνη, δημιούργησε για τον εαυτό του ένα καταφύγιο αδέκαστης δικαιοσύνης και αλήθειας. Τότε ήταν που έγινε δημοκρατικός. Προσχώρησε στους δημοκρατικούς όπως οι απελπισμένες κοπέλες μπαίνουν στο μοναστήρι. Και μη βρίσκοντας κάποια δημοκρατία αρκετά χλιαρή, αρκετά σιωπηλή για να αποκοιμήσει τα βάσανά του, δημιούργησε μια δικιά του. Τα βιβλία δεν του άρεσαν. Όλο αυτό το μουτζουρωμένο χαρτομάνι που μέσα του ζούσε, του θύμιζε την αναιδέστατη τάξη του, τα μπαλάκια από παπιέ μασέ που του πετούσαν οι αλήτες, το μαρτύριο των ατέλειωτων, στείρων ωρών. Έπειτα τα βιβλία για το μόνο που του μιλούσαν ήταν για εξέγερση, τον έσπρωχναν στην αλαζονία κι εκείνος αισθανόταν μόνο την υπέρτατη ανάγκη για λησμονιά και γαλήνη. Να νανουριστεί, να αποκοιμηθεί, να ονειρευτεί ότι ήταν απόλυτα ευτυχής, ότι ο κόσμος θα τα κατάφερνε, θα την έκτιζε την πόλη της Δημοκρατίας στην οποία ήθελε να ζήσει. Αυτό ήταν το διάλειμμά του, το έργο στο οποίο αιώνια επανερχόταν τις ελεύθερες ώρες του. Δε διάβαζε πια πέρα από τις ανάγκες της διδασκαλίας. Ανέβαινε την οδό Σεν Ζάκ μέχρι τα εξωτερικά βουλεβάρτα, έκανε μια μεγάλη βόλτα κάπου κάπου, επέστρεφε από την πύλη της Ιταλίας. Και σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, με τα μάτια καρφωμένα στο καρτιέ Μουφτάρ που απλωνόταν στα πόδια του, θέσπιζε ηθικές αξίες, ανθρωπιστικά νομοσχέδια, που θα μετάλλαζαν αυτή την πόλη που υπέφερε σε μια πόλη μακαριότητας.

Το στομάχι του Παρισιού, Εμιλ Ζολά

Στη φωτογραφία η Brignoles

30.9.09

όλα πάνε ρολόι

Και τι είναι αυτό που έχεις στο έντερο σου? Πληγή. Αααα, αντί να θυμώνεις λοιπόν, να ξεσπάς, να φωνάζεις, να το πετάς από πάνω σου, εσύ τι κάνεις? Εσύ πληγώνεσαι, το παίρνεις μέσα σου και γίνεται πληγή.
Θα μπορούσες να βγάζεις έρπη (μα έβγαζα, γιατρέ, κάθε εξάμηνο περίπου, συνέχεια, πριν μερικά χρόνια, όχι όμως πια) στα χείλη, σε τσούζει, σε παιδεύει μερικές μέρες, και περνάει. Εσύ το πήρες λοιπόν από έξω σου και το έβαλες ακόμα πιο μέσα σου.

* Ο Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν, χειμώνα (που το χιόνι όλα τα σκεπάζει και είναι έρημα και ήρεμα) στο Central Park.